Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

Ανάσταση: ένα παραμύθι για μεγάλους (;)




Του Κώστα Νούση
Θεολόγου-Φιλολόγου

Διαλεγόμενος με τους γυμνασιόπαιδες – και δι’ αυτών με  τα οικογενειακά τους περιβάλλοντα ως κατ’ εικόνα εκείνων παράγωγα - για το θέμα της Ανάστασης, δεν αποφεύγεις πολλές φορές τη θλιβερά τραγική διαπίστωση πως αυτή δε συνιστά πλέον για τον σύγχρονο άνθρωπο γεγονός πίστης, αλλά μάλλον μύθο (εθνικής προέλευσης και παραδοσιακής κατανάλωσης κυρίως) στην καλύτερη των περιπτώσεων, να μην πω παραμυθάκι που κυκλοφορεί με μια διάθεση θυμηδίας και με κάποια ειρωνικής απόχρωσης ευτραπελία. Όταν, μάλιστα, πληροφορείσαι πως τέτοια και τόση αγνωστικιστική ρευστότητα κυκλοφορεί στις ψυχές ουκ ολίγων παλαιότερων Νεοελλήνων, ανθρώπων πιο «φυσικών» και όμορων εξ επόψεως χρονικής και ψυχοσυνθετικής στις ελληνοχριστιανικές μας ρίζες – διότι, όπως και να το κάνουμε, οι νεότερες γενιές αποτελούν φωτοκόπιες της παγκοσμιοποίησης και προκάτ του εξαμερικανισμένου και γενικότερα του δυτικού τρόπου ζωής – τότε στ’ αλήθεια καταθλίβεσαι. Και αναπόφευκτα σου ’ρχεται στον νου το προφητικό παράπονο του Κυρίου: «πλην ο Υιός του ανθρώπου ελθών άρα ευρήσει την πίστιν επί της γης» (Λουκ. 18:8);

Το ρητορικό ερώτημα του Χριστού φαίνεται να βιάζεται να επαληθευθεί σήμερα, διότι αν ένας κατά παράδοση ορθόδοξος λαός έχει τόσο απομακρυνθεί από την πίστη του – αγνοώντας την ουσία της, τουτέστιν την ανάσταση - εύκολα κανείς φαντάζεται το χάλι που επικρατεί στις εκκοσμικευμένες «χριστιανικές» κοινωνίες της Εσπερίας. Δεν είναι τυχαία εξάλλου η ευρύτατη απήχηση σε αυτές μιας πληθώρας ανατολικών φιλοσοφιών, παραθρησκευτικών μυστικισμών και  χιλιαστικών αιρέσεων, τα οποία υπόσχονται τα δύο βασικά υποκατάστατα της ανάστασης: την ατομική σωτηρία και τον εγωτικό φωτισμό τα πρώτα και μια θριαμβολογική υλιστικής διάστασης εσχατολογική ενθαδική αποκατάσταση οι τελευταίες.
Η μόδα του αποχριστιανισμού μας – έχοντας κατά νου  πάντοτε την αυθεντική μορφή πνευματικότητας, αυτήν της Ορθοδοξίας – ανερυθρίαστα προβάλλεται πλέον μέσα και από την τηλεόραση, διαπερνώντας ύπουλα τον τρυφερό και απροστάτευτο ψυχισμό της νέας γενιάς. Να θυμηθώ εδώ ένα γνωστό σήριαλ του Mega που δομείται πάνω στη βουδιστική φιλοσοφία του κάρμα; Ή μήπως να προσπαθήσω να χωνέψω το βασικό δόλωμα της προσηλυτιστικής εκστρατείας των μαρτύρων του Ιεχωβά, που επαγγέλλονται σε βαπτισμένους Ορθοδόξους (;) την ανάσταση των νεκρών, οπότε θα ξαναδούν τους κεκοιμημένους οικείους τους; Το αβίαστα εξερχόμενο συμπέρασμα – πέρα από το ότι η θεσμική Εκκλησία δεν κάνει καλά τη δουλειά της – είναι πως χάθηκε η πίστη στον νοηματικό πυρήνα, στην καρδιά του χριστιανισμού: την Ανάσταση.
Ο Παύλος το λέει ξεκάθαρα: «ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις υμών» (Α΄ Κορ. 15:14). Γιατί, όμως, τόσο έντονη η επισήμανσή του εδώ; Απλούστατα, διότι χωρίς την Ανάσταση του Κυρίου, που συνεπάγεται την εκ νεκρών ανάσταση όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπων (Ιω. 5:28-29), δεν έχει κανένα νόημα η νέα αυτή θρησκεία του Ναζωραίου, αλλά κάλλιστα θα μπορούσε να καταχωρηθεί ως μια ακόμα ιουδαϊκή αίρεση επινοημένη από μερικούς επικίνδυνους ή ευφάνταστους ψυχωτικούς και απευθυνόμενη σε γραφικούς, ρομαντικούς και ονειροπόλους. Φυσικά, η οικουμενική διασπορά της νέας θρησκείας με το κήρυγμα του Σταυρού και της μη αντίστασης στο κακό πιστοποιεί, κατά την εύστοχη παρατήρηση του Χρυσοστόμου, αυτήν ακριβώς την παρουσία και τη δύναμη του Αναστάντος. Τι σημαίνει, όμως, για μας προπαντός, η Ανάσταση του Χριστού; Δε θα επεκταθούμε, βέβαια, εδώ πέρα από μια απλή σκιαγράφηση της πολύπτυχης αξιακής σημαντικής της για τον άνθρωπο. Eνδεικτικά και επιγραμματικά: ο θάνατος, ο αμείλικτος αυτός εχθρός μας, που ευτελίζει κάθε ιδανικό και ομορφιά και αποδομεί κάθε μορφή ηθικής, δεν υφίσταται κατ’ ουσίαν πλέον. Η ματαιότητα της ζωής, η αμηχανία και η αδυναμία μπροστά στον πόνο και την ερμηνεία του, βρίσκουν επιτέλους διέξοδο νοηματοδοσίας. Η αποκατάσταση της φθοράς και η ανάπλαση του σώματος είναι η αρχή μιας νέας και αιώνιας μορφής ζωής - είναι σε συμπαντικό επίπεδο. Η ανάσταση του ανθρώπου (Χριστού), καθ’ έλξιν της πτώσης στην αμαρτία του πρώτου Αδάμ και των κοσμογονικών παρεπομένων της, συνεπάγεται και την ανακαίνιση του σύμπαντος (Ρωμ. 8:20-21). Κινούμαστε ήδη στον χώρο μιας εν Χριστώ καινής ανθρωπολογίας και κοσμολογίας. Αυτό, όμως, που θα ήθελα να τονίσω περισσότερο αμέσως παρακάτω είναι κάποιοι μύθοι που κυκλοφορούν αναφορικά με την ανάσταση και που συνέβαλαν στην «απομύθευσή» της στις συνειδήσεις των χριστιανών.
Όταν μιλάμε για ανάσταση, εξάπαντος αναφερόμαστε σε αυτήν του σώματος. Η ψυχή του ανθρώπου, αυτό το μυστηριώδες αόρατο στις επιστημονικές μετρήσεις πνευματικό στοιχείο της ανθρώπινης ταυτότητας, παραμένει αθάνατη (όχι φύσει αλλά με τη θεία θέληση και ενέργεια) και λειτουργεί τρόπον τινα ως καλούπι για την εξανάσταση του ίδιου συγκεκριμένου ανθρώπου (κατά την άριστη παρατήρηση του αγίου Γρηγορίου Νύσσης) ακυρώνοντας την ιδέα μιας ριζικής επαναφοράς του στο είναι από τον χώρο της ανυπαρξίας, στον οποίο περιέρχεται υποθετικά κάποιος μετά το θάνατο, όπως πρεσβεύουν και σήμερα αιρέσεις θνητοψυχιτικού τύπου (π.χ. οι μάρτυρες του Ιεχωβά), κάτι που εγείρει και εύλογες ενστάσεις αν πρόκειται όντως για την ανάσταση του ίδιου ακριβώς ανθρώπου. Ιδιαίτερα αξιοπρόσεχτη επίσης διαπίστωση είναι η θεία επανακατάφαση της ύλης, της σάρκας. Ανίσταται ο άνθρωπος όπως είναι, όπως τον έπλασε εξαρχής ο Θεός, ως σωματοψυχή (φράση του κορυφαίου σύγχρονου δογματολόγου π. Νικολάου Λουδοβίκου) και όχι μια μονοφυσιτίζουσας υποτροπής σπιριτουαλιστική έκδοση της ανθρώπινης φύσης εν είδει αερικού και φαντάσματος (Λουκ. 24:39-40). Αποδεικνύει και πάλι ο Θεός πως δε λάθεψε στην πρώτη δημιουργία του, εφόσον στην ανάσταση (: αναδημιουργία) διατηρεί τα ίδια στοιχεία, τα οποία όμως μεταμορφώνει. Είναι σημαντικό εδώ να παρατηρήσουμε την απορρέουσα ισχυρή εν(από)δειξη της δυνατότητας της ύλης να μετάσχει στη ζωή του Πνεύματος, του Θεού. Κανένας μανιχαϊσμός ή γνωστικισμός (συνήθεις αιρετικές τάσεις των σημερινών χριστιανών), καμιά υποτίμηση της ύλης δε χωράει εδώ. Η προσπάθεια των σύγχρονων διαλογιστών εξ Ανατολής να περικλείσουν τον άνθρωπο στον χώρο του νου και να τον απογυμνώσουν από την υπόλοιπη πραγματικότητά του, πέφτει στο κενό. Η Ανάσταση, τα προεόρτια και οι απαρχές της προσδοκώμενης Βασιλείας του Θεού, είναι βεβαίως κατά κύριο λόγο μια εσωτερική, «μυστική» κατάσταση της ψυχής (Λουκ. 17:21). Παράδεισος εξάλλου είναι ο ίδιος ο Χριστός. Γι’ αυτό και ψάλλουμε για την Παναγία το «μυστικός ει, Θεοτόκε, παράδεισος». Όμως αυτή η παραδείσια κατάσταση τελείται εν τόπω, χρόνω και σώματι.
Ο αναστημένος Χριστός ηγέρθη εν πρώτοις στον γνωστό μας κόσμο της φθοράς. Δεν αναλήφθηκε άμεσα. Δεν επίσπευσε την εσχατολογική του έλευση και Βασιλεία. Δεν υποσχέθηκε ταχεία ενδοϊστορική αποκατάσταση των αδικιών, καθαίρεση του κακού και παγκόσμια επικυριαρχία, ούτε δόξα (κενή), τιμές (κούφες), σαρκικές απολαύσεις και ιμπεριαλιστικά οράματα. Δεν έταξε υλιστικές ψευτοχαρές εκ φύσεως μάταιες, θνησιγενείς και ανίκανες να συντηρήσουν την ευτυχία μας στην απερινόητη διαδρομή μιας αιωνιότητας. Τόνιζε, αντιθέτως, πως η ατέρμονη Βασιλεία του είναι κατ’ ουσίαν ειρήνη και χαρά εν Αγίω Πνεύματι (Ρωμ. 14:17). Αυτή ταυτόχρονα είναι και η οντολογική πρόκληση της Ανάστασής του στον θνητό και ασθενή (: αμαρτωλό) άνθρωπο και η πρόσκλησή της στη μετοχή της θείας Τριαδικής ζωής. Για τον λόγο, άλλωστε, αυτόν σαρκώθηκε ο Κύριος, για να ενώσει το σύνολο του κτιστού με τον άκτιστο εαυτό του και έτσι να το διατηρήσει ακέραιο - σώο (: σώσει στην εκκλησιαστική γλώσσα) για πάντα. Δεν υπήρχε άλλη οδός, μάλλον δεν υπήρχε πιο φιλάνθρωπα τιμητικός, σοφός και τέλειος τρόπος.
Δεν είναι, επομένως, η Α(α)νάσταση ένας ακόμα προνεωτερικός θρησκευτικός μύθος, αλλά η διαχρονική της επικαιρικότητα συνιστά και τη θεραπεία της μετανεωτερικής αγωνίας και την απάντηση της διιστορικής απορίας. Η ανάσταση  (πρέπει να) βιώνεται από τη ζωή αυτή – η αίσθησή της με τη Χάρη του Πνεύματος είναι μια πραγματικότητα, για τους αγίους ειδικότερα, όπως διαφαίνεται για παράδειγμα στη λαχτάρα του Παύλου να πεθάνει και να βρεθεί με τον Χριστό (Φιλ. 1:23)· εκπληκτικές σχετικές αναλύσεις βρίσκουμε επίσης στον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο – και βεβαιώνεται εμπειρικά μέσα από την αφθαρσία, τη θαυματουργία και την ευωδία των ιερών λειψάνων.  
Η Ανάσταση του Χριστού κατοχύρωσε (στα μάτια μας) την αλήθεια της Θεότητάς του. Φανέρωσε μια καινή (Αποκ. 21:5), την τελική και τέλεια μορφή ύπαρξης – αν και αρχικώς υφιστάμενη στο προαιώνιο σχέδιό του – τον θεανθρώπινο τρόπο του υπάρχειν. Δεν έχει να περιμένει η ανθρωπότητα κάτι περισσότερο από αυτό, διότι απλούστατα δεν υφίσταται ούτε ως πραγματικότητα, αλλά ούτε και ως δυνατότητα. Ίσως μερικοί ονειρεύονται το ελιξήριο της εδώ ζωής, για να διαιωνίσουν τη μίζερη πολιτεία τους και τα ακόρεστα πάθη τους. Ο Θεός, όμως, προτείνει την κτήση της όντως ζωής – της προσωπικής του, η οποία με τον εν Χριστώ πνευματικό αγώνα χορηγείται και σε μας ως ίδιον κτήμα και κατηγόρημα του είναι - και της δικής του ευτυχίας που υπερβαίνει τα διανοητικά, συναισθηματικά, ενσυναισθητικά, επιθυμητικά και όποια άλλα αντιληπτικά μας όρια, εν ολίγοις πέραν πάσης προσδοκίας. Η αντιπρόταση του Θεού είναι ξεκάθαρη και γεμάτη φως (Ιω. 11:25-26). Αυτό, όμως, που σε καμιά περίπτωση δε θέλει ο Θεός είναι η νόθευση της ελευθερίας μας. Μιλάμε, επομένως, μόνο για ανάσταση φύσεως, αλλά όχι και προαιρέσεως. Η επιλογή από κει και πέρα του ποιοτικού τρόπου της αιωνιότητας του καθενός επαφίεται αποκλειστικά στην προσωπική του επιλογή (Ιω. 5:29, Ματθ. 25:46). Πρόκειται για το «σκάνδαλο» της ατελεύτητης κόλασης.
Η Ανάσταση είναι εγγυητικό γεγονός – πιστοποίηση της κοινής ανάστασης του ανθρώπινου γένους (Κολ. 1:18). Τον αναστημένο Χριστό τον είδαν, του μίλησαν, τον ψηλάφησαν. Δεν μπορεί όσοι τον έβλεπαν σαράντα μέρες - και αμέσως μετά να αναλαμβάνεται στους ουρανούς - να είχαν πάθει ομαδική παράκρουση. Αυτά τα φαινόμενα εξάλλου είναι πολύ περιορισμένα χωροχρονικά και εύκολα αναγνωρίσιμα. Τον Χριστό, όμως, συνεχίζουν να τον βλέπουν αγιασμένοι άνθρωποι και να επικοινωνούν μαζί του, όπως καταγράφει πλειστάκις η εκκλησιαστική ιστορία. Άλλωστε, η Ευχαριστία, το κεντρικό εκκλησιαστικό μυστήριο, είναι αυτό το ίδιο το αναστημένο σώμα του Κυρίου υπό τα «αντίτυπα» του άρτου και του οίνου. Είναι η διαχρονική μαρτυρία της Εκκλησίας για τον ζώντα Κύριο, την ένσαρκη παρουσία του σε αυτήν. Όλοι καλούνται να τον δουν (sic), να συναναστηθούν με τον Κύριο ήδη από αυτήν τη ζωή. Αυτή είναι η πραγματικότητα, η οντολογία της ζωής στην Εκκλησία, ασχέτως αν στην εκκοσμικευμένη μεταχριστιανική μας εποχή φαντάζει μυθολογία.
Ορθότατα παρατηρεί ο Παύλος την κενότητα μιας πίστης χωρίς ανάσταση. Ο Χριστός, εάν δεν εγείρετο, θα ήταν ένας καλός, ίσως ο καλύτερος άνθρωπος, αλλά όχι ο Θεός και σωτήρας μας. Οι καλές προθέσεις και οι υψηλές διδασκαλίες εξάπαντος δεν επαρκούν για τη λύση της πανανθρώπινης τραγωδίας, του θανάτου. Η ματαιότητα που θα κάλυπτε τη ζωή του κόσμου θα ήταν άκρως κατανοητή και η δίκαιη οργή των όντων για την κρατούσα τυχαιότητα απόλυτα δικαιολογημένη. Αποδείχθηκε, όμως, εμπράγματα – τουλάχιστον για όσους πιστεύουν – πως ο κεντρικός συμπαντικός νόμος δεν είναι η ορώμενη φυσιοκρατική αναγκαιότητα, αλλά το αγαπητικό θέλημα του προσωπικού Θεού. Χωρίς την ανάσταση η επιτέλεση του αγαθού θα εξέπιπτε σε μια ναρκισσιστική αυτοϊκανοποίηση μιας τραγικά ψευδαισθητικής αυτοθέωσης ή, στην καλύτερη περίπτωση, σε μια άγονη εμμονή ουμανιστικής φυσιολογίας. Όλα αυτά, όμως, δεν έχουν πια σημασία· ήρθε ο Θεός και αποκάλυψε ποιο ήταν (είναι) το οντολογικό του σχέδιο για τον άνθρωπο: η αγάπη, η ακηλίδωτη και αέναη ευφροσύνη, η αθανασία και η κατά θείο νομοτελειακό τρόπο σύνδεση της (εν Χριστώ) ανάστασης του ανθρώπου με τη θέωσή του, όπερ και το «τετέλεσται» του καθ’ ομοίωσιν.
Τελικά, είναι δυνατό να πραγματωθεί η ανάσταση και με ποιο τρόπο; Το αδύνατο για μας είναι φυσικότατο και υπεραπλούστατο για την άπειρη και ασύλληπτη παντοδυναμία του Θεού (Λουκ. 1:37, 18:27). Το σώμα του ανθρώπου σπέρνεται στο χώμα (η ομορφιά αυτής της συμβολικής πράξης της Εκκλησίας θα καταστρεφόταν με την καύση των νεκρών), όπως τα μικροσκοπικά σπέρματα των φυτών και των δέντρων που εφεξής γιγαντώνονται. Και θα εξέλθει μια μέρα από κει μέσα ένδοξο, άφθαρτο, μεταμορφωμένο. Θα αναστηθώ εγώ ο ίδιος που πέθανα, όπως ήμουν – αλλά και όχι ακριβώς, διότι θα έχω αποβάλει τα στοιχεία της φθοράς, της ατέλειας, του θανάτου. Θα ανασυρθούν από τη λήθη της ανθρώπινης ιστορικής κακεντρέχειας τα εκατομμύρια των εκτρωθέντων εμβρύων και όσοι δεν πρόλαβαν για ποικίλους λόγους να δουν ποτέ το φως του ήλιου· θα αναπλασθούν πλήρεις άνθρωποι τα αναρίθμητα στίφη των «ελλειμματικών»  αδικημένων είτε από φυσικούς είτε από ηθικούς λόγους. Εκείνη τη μέρα θα συνειδητοποιήσουν άπαντες πως το αίτιο του παγκόσμιου «κακού» δεν ήταν τελικά ο Θεός αλλά οι αστοχίες (: αμαρτίες) της ανθρωπότητας.
 Ίσως η εικόνα του σπόρου που χρησιμοποίησε η Εκκλησία και η Βίβλος στις αγροτικές τότε κοινωνίες να μην ηχεί ευχάριστα και πειστικά σήμερα. Προφανώς μια αναφορά στη δύναμη ενός Θεού, ο οποίος έκτισε δισεκατομμύρια γαλαξίες ως προαπαιτούμενη για την απιστία μας ενδεικτική προκαταβολή της ικανότητάς του να αναστήσει τα τρισεκατομμύρια των πεθαμένων και να ανακαινίσει το σύμπαν (ή τα σύμπαντα), θα είναι πιο συμβατή στις παραστάσεις του μετανεωτερικού κοσμοειδώλου. Η πιο σίγουρη οδός, όμως, παραμένει πάντοτε αυτή που προτείνει η Εκκλησία, μάλλον ο ίδιος ο Κύριος: «έρχου και ίδε» (Ιω. 1:47).

1 σχόλιο:

  1. Εκπληκτική οπτική ρεαλιστικής προσέγγισης. Μια ακόμη παρέμβαση του αρθρογράφου με αμεσότητα εκκλησιαστικής εμπειρίας σ΄ένα κόσμο διχασμένο, βυθισμένο σε υπαρξιακά αδιέξοδα. Τέτοια κείμενα αφυπνίζουν παγωμένες υπαρξεις και δίνουν στέρεο νόημα στον καθένα μας.
    Ε.Β.

    ΑπάντησηΔιαγραφή