Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Συμβαδίζει άραγε ο Χριστός με το έθνος;


Του Χρήστου Γκουνέλα
Θεολόγου

Ένα από τα θέματα που έρχεται και ξανάρχεται στην επικαιρότητα όλο και πιο πυκνά πλέον είναι η σχέση Εκκλησίας και Έθνους στην Ελλάδα. Πρόκειται για μια σχέση που μας έρχεται από πολύ παλιά, από τότε που Αυτοκράτορες του Βυζαντίου χρησιμοποιούσαν και τη χριστιανική πίστη για να ενώνουν (συνήθως) την Αυτοκρατορία. Η σχέση εισήλθε σε νέα φάση όταν - ένεκα ιστορικής ανάγκης - η Εκκλησία κλήθηκε να διαδραματίσει εθναρχικό ρόλο στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Ωστόσο, με τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους (και άλλων εθνικών κρατών στην Ευρώπη) η σχέση των δύο θεσμών, Εκκλησίας και Έθνους, συνεχίστηκε σε διάφορα επίπεδα και με πολλούς τρόπους έως και σήμερα και για πολλά ακόμη χρόνια. Τίθεται όμως το ερώτημα για το αν ο ένας Χριστός και η μία Εκκλησία Του εγκλωβίζεται σε έθνη, κράτη, φυλές κλπ.

Η απάντηση ασφαλώς δόθηκε ήδη από τα πρώτα χρόνια (και στα κατοπινά) ύπαρξης της Εκκλησίας, όταν ο απόστολος Παύλος κήρυξε στην τότε Οικουμένη τον Χριστό. Όχι λοιπόν, ο Χριστός δεν μπορεί να εγκλωβιστεί ή να «διαμελισθεί». Μπορεί να ενώσει ένα έθνος ο Χριστός (σαρκούμενος ποικιλότροπα), τη στιγμή όμως που ταυτόχρονα (βάσει της διφυσιτικής ορθόδοξης σχοινοβασίας) θα το ενώνει και με όλα τα υπόλοιπα και δεν θα χρησιμοποιείται το όνομά Του για να χωριστεί το ένα έθνος από το άλλο (υπάρχει, βεβαίως, ιστορικά και η εκδοχή να χρησιμοποιούν το όνομα του Χριστού πολλά έθνη ταυτόχρονα και για ιδίους λόγους το καθένα!). Ο Χριστός όμως είναι Αυτός που, κατά την πίστη της Εκκλησίας, συνέχει όλη την κτίση, όλα τα έθνη, όλα τα κράτη: είναι ο Δημιουργός Λόγος.

Η χρήση, λοιπόν, της Εκκλησίας και του ονόματος του Χριστού εκ μέρους των εκάστοτε πολιτικών

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Όλοι μαζί, φιλάνθρωποι και φιλόπτωχοι


Όλοι μαζί, φιλάνθρωποι και φιλόπτωχοι

Η νεκρανάσταση του πολιτικού και κοινωνικού τραγουδιού συμβαίνει, τελικά, εκτός από τις συνδικαλιστικές συγκεντρώσεις και σε φιλανθρωπικές συναυλίες.  Το «παράνομο» κάποτε τραγούδι, ακόμη και  τραγουδισμένο τώρα από τους ίδιους τους συνθέτες του και τραγουδιστές, έγινε νόμιμο καθόλα. Τότε η ζωή έγινε τραγούδι. Και ήταν  όντως «παρανομία» να ζητάς κοινωνική δικαιοσύνη. Τώρα έμεινε το τραγούδι εκείνο χωρίς τη ζωή όμως. Το τραγούδι σαν ένα συναίσθημα της στιγμής που χάνεται μαζί με τον ήχο του στίχου και της μουσικής.
Αφορμή η φιλανθρωπία των φιλάνθρωπων. Μέσο, λοιπόν, το τραγούδι, το νεκρό τραγούδι, γιατί πόσοι άνθρωποι είναι πλέον ζωντανοί τραγουδώντας νεκρά τραγούδια; Σκοπός: η αλληλεγγύη από χορτάτους ή αχόρταγους προς «πτωχούς» συνανθρώπους. Για δικαιοσύνη μεταξύ των ανθρώπων; Καμία ζώσα αξίωση. Την αξιώνει το νεκρό τραγούδι γι’ αυτό και πεθαίνει με το που τραγουδιέται.
Ακόμη και οι εκάστοτε διοικήσεις της Εκκλησίας, αν και ο Χριστός συνέτρωγε με πόρνες και τελώνες, είθισται να συντρώγουν με πλούσιους, επιχειρηματίες και εφοπλιστές, ίσως και πολιτικούς, οι οποίοι όλοι μαζί αγωνίζονται στο στάδιο της φιλανθρωπίας και της φιλοπτωχίας. Πριν μερικά χρόνια, η διοικούσα Εκκλησία έβγαλε τον κόσμο στις πλατείες για τις ταυτότητες. Τώρα, για τα θύματα των αυτοκτονιών (που δεν είναι αυτοκτονίες, αλλά εγκλήματα) και τη δίψα τους για δικαιοσύνη, δεν αξίζει να βγει ο κόσμος και να την απαιτήσει εν ονόματί τους. Έστω τώρα… Πού πήγαν οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης;
Η φιλανθρωπία και η φιλοπτωχία δεν έχει ιδεολογική ή πνευματική ταυτότητα. Μοιάζει σε αυτό με το χρήμα και τη δόξα. Δεξιοί και αριστεροί, άθεοι και θρησκευόμενοι, καλλιεργημένοι… πνευματικά και λιγότερο καλλιεργημένοι, ενώνονται όλοι (ή σχεδόν όλοι) και ασκούν την φιλανθρωπία τους έναντι των «πτωχών». Οι περισσότεροι προσφέρουν το ελάχιστο από το περίσσευμα. Λίγα πακέτα μακαρόνια, δέκα ευρώ (οι εφοπλιστές και οι επιχειρηματίες παραπάνω), ένα πακέτο ρύζι, ένα πιάτο ζεστό φαγητό… Για Δικαιοσύνη, ούτε κουβέντα. Λέξη «παράνομη» για όσους φιλάνθρωπους ησυχάζουν τη συνείδησή τους  και αποδεικνύουν την αγάπη τους.
Και είναι, ίσως, φαινόμενο των καιρών: Οι κάθε λογής «ατσαλάκωτοι» να μιλούν και να πράττουν (φιλάνθρωπα πάντα) εκ μέρους και ερήμην των «τσαλακωμένων». Μπορεί, ωστόσο, κάποιος να πει πως χωρίς τις φιλανθρωπίες θα είχαμε περισσότερες αυτοκτονίες. Ίσως. Αν υπήρχε όμως κοινωνική δικαιοσύνη μπορεί να μην υπήρχαν και καθόλου.

Χρήστος Γκουνέλας
Θεολόγος - Μουσικός

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Πάσχα 2017


Το φως του ήλιου παρέχεται αφειδώλευτα προς όλους μας, δικαίους και αδίκους. Δεν φτάνει όμως στην καρδιά μας. Το έτερο Φως του έτερου Ήλιου, αυτού που ανέτειλε από τον κενό τάφο, έρχεται ζητώντας να εισχωρήσει για να φωτίσει τις καρδιές όλων μας, να τις ανάψει, να τις ζεστάνει, να τις κάψει. Μια μικρή μυστική χαραμάδα ίσως να αρκεί… αφού «νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια».
Χριστός Ανέστη!

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Ο απρόβλεπτος Θεός και η μωρία του Σταυρού Του


Σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο η λογική του ανθρώπου αντιλαμβάνεται τον Σταυρό του Χριστού ως μωρία και σκάνδαλο. Πώς είναι δυνατόν ο πανίσχυρος Θεός να σταυρώνεται από το πλάσμα Του; Τι είδους Θεός είναι αυτός που εκουσίως ανεβαίνει στον σταυρό; Πώς μπορεί αυτός ο αδύναμος, σταυρωμένος Θεός να σώσει τον άνθρωπο;
Και όμως αυτός είναι Θεός. Αυτός που έρχεται, που τρέχει (θέω/ τρέχω) να πάρει τη θέση του ανθρώπου στην οδύνη και τραγικότητα της ανθρωπότητάς του. Ο Θεός δεν παραμένει υπερβατικός, στατικός, που κατοικεί μακριά στον ουρανό και από εκεί αγναντεύει απλά τη δημιουργία του μέσα στη φθορά της. Ο Υιός του Θεού κινείται ως φύσει αεικίνητος και γίνεται Υιός του ανθρώπου. Εισβάλλει αθόρυβα στην ανθρώπινη ζωή, γίνεται ιστορικό πρόσωπο με σάρκα και οστά για να σώσει τον άνθρωπο εντός της ιστορίας μέσα από τον δικό του Σταυρό της αυτοπαραίτησης.
 Ο Χριστός πάνω στον σταυρό τα έχει χάσει όλα. Βρίσκεται στην έσχατη μορφή θυσίας και μάλιστα ατιμωτικής. Μόνος Του, Αυτός και ο Σταυρός Του. Τα υπομένει όλα. Ακόμη και όταν προκαλείται από τους Φαρισαίους να κατεβεί από τον σταυρό για να τον πιστέψουν δεν το κάνει, αλλά απαντά με σιωπή. Αν κατέβαινε θα τον πίστευαν μα όχι από αγάπη, αλλά από αναγκασμό. Θα ήταν υποχρεωμένοι να τον πιστέψουν και άρα μη ελεύθεροι. Στον Σταυρό του Χριστού συναντιούνται η ελευθερία του Θεανθρώπου - ως αληθινού Θεού και αληθινού ανθρώπου - που εκουσίως θυσιάζεται από το πλάσμα Του και η στρεβλή ελευθερία του ανθρώπου που θυσιάζει τον Θεό του. Η μια ελευθερία είναι της αγάπης, η άλλη του μηδενός.
 Ο σταυρωμένος Χριστός θέλει να τον πιστέψουν έτσι, σταυρωμένο και ατιμασμένο, γιατί τον αγαπούνε. Έτσι όπως τον πίστεψε και τον αγάπησε ο ένας από τους δυο ληστές που ήταν δίπλα του. Γίνεται ένα με τον ληστή, όπως έγινε ένα και με την πόρνη. Και όταν πεθαίνει ο Χριστός δεν μπαίνει μόνος του στον παράδεισο αλλά με έναν ληστή. Αυτή είναι η δύναμη του Σταυρού: τον ληστή να τον μεταμορφώσει σε άγιο με μια μόνο φράση του. «Μνήσθητι μου Κύριε εν τη Βασιλεία σου». 
Το τίμημα της Ανάστασης που ακολουθεί, είναι ο Σταυρός. Ο θάνατος να θανατωθεί με θάνατο. «Θανάτω θάνατον πατήσας». Ο Χριστός τελικά δείχνει τον δρόμο της προσωπικής ανάστασης του καθενός ανθρώπου σπάζοντας τα δεσμά του ειδώλου της αυτολατρείας του και ενώνοντας ταυτόχρονα τα σπασμένα κομμάτια της ανθρωπότητας.
Και αν ερχόταν και πάλι ο Χριστός στη γη ταπεινά ως θεάνθρωπος; Είναι σίγουρο πως και πάλι θα πέθαινε, θα τον σκότωνε ο άνθρωπος, ο οποίος τρομάζει μπροστά στην πρόκληση της εν Χριστώ αληθινής ελευθερίας. Έχει μάθει να ζει στην ειδωλική φυλακή του και όποιος θέλει να τον βγάλει, να τον «ξεβολέψει» από αυτήν, που αναγνωρίζει – τραγικά - για ζωή του, είναι επικίνδυνος, ένας εχθρός που πρέπει επειγόντως να θυσιαστεί. Η θυσία Του όμως είναι μια θαυμάσια ευκαιρία για τον Ίδιο για να συναντήσει τον άνθρωπο στον θάνατό του. Άλλωστε η Εκκλησία, το Σώμα Του, Τον θυσιάζει ξανά και ξανά πάνω στην Αγία Τράπεζα και τρέφεται και ζει από Αυτόν. Ο θάνατός Του είναι η ζωή μας. Δεν είμαστε αναγκασμένοι να τρωγόμαστε μεταξύ μας, δείγμα της πτωτικής μας φύσης, αλλά ο Θεός μας προσφέρεται να Τον φάμε για να ζήσουμε εμείς ως διαφορετικοί και ένα.
Πρόκειται, λοιπόν, για έναν επικίνδυνο Θεό, απρόβλεπτο, περίεργο, εντελώς «ξένο», που αρνείται την ίδια, την παντοδύναμη θεότητά Του - παραμένοντας Θεός - για να συναντήσει τον άνθρωπο όχι απλά στη γη, αλλά στον Άδη, στο έσχατο μηδέν. Δεν αρκείται όμως στη συνάντηση με νεκρούς. Πώς η ζωή να συνομιλήσει με τον θάνατο; Πώς ο θάνατος να κρατήσει τη ζωή; Γι’ αυτό ανασταίνεται και συνανασταίνει και την ανθρωπότητα, την κτίση ολόκληρη. Ο ζωντανός Θεός θέλει ζωντανούς ανθρώπους να διαλέγονται μαζί Του και μεταξύ τους, να σχετίζονται, να τον αγαπάνε και να τους αγαπάει ελεύθερα, πρόσωπο προς πρόσωπο.
Καλή Ανάσταση!

Χρήστος Γκουνέλας
Θεολόγος